Την ανάγκη να αλλάξει ριζικά ο τρόπος σκέψης για την ασφάλεια και την πολιτική προστασία ανέδειξε ο Χρήστος Ταραντίλης, καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και εταίρος της EY (Ernst & Young), μιλώντας στο εναρκτήριο πάνελ του 6ου Συνεδρίου CYBER GREECE, με θέμα «Υβριδικές Απειλές: Το Νέο Τοπίο».
Ο κ. Ταραντίλης όρισε την υβριδική απειλή ως τη συντονισμένη χρήση διαφορετικών μορφών επίθεσης, κυβερνοεπιθέσεων, εκστρατειών παραπληροφόρησης, οικονομικών πιέσεων και επιχειρήσεων δολιοφθοράς, χωρίς αυτή να εκδηλώνεται κατ’ ανάγκη ως ανοιχτή σύγκρουση. Όπως εξήγησε, η αποτελεσματικότητα αυτών των απειλών βασίζεται σε τρία κύρια χαρακτηριστικά: τον συντονισμό, την ασυμμετρία και την ασάφεια.
Ο συντονισμός επιτρέπει τον συνδυασμό ψηφιακών, οικονομικών, πληροφοριακών και φυσικών επιθέσεων, ενώ η ασυμμετρία δίνει σε έναν αντίπαλο με περιορισμένους πόρους τη δυνατότητα να προκαλέσει δυσανάλογα μεγάλη ζημιά. Μια μικρή ομάδα χάκερ ή ένα δίκτυο ψεύτικων λογαριασμών μπορεί, με στοχευμένες και σχετικά φθηνές ενέργειες, να προκαλέσει ζημιά εκατομμυρίων ευρώ. Παράλληλα, η σκόπιμη ασάφεια ως προς το αν ένα περιστατικό αποτελεί εχθρική ενέργεια ή τυχαία βλάβη, αλλά και ως προς την ταυτότητα του υπευθύνου, δυσχεραίνει την έγκυρη και αποτελεσματική αντίδραση.
Ο κ. Ταραντίλης τόνισε στην συνέχεια ότι το νέο αυτό τοπίο απαιτεί τρεις στρατηγικές μετατοπίσεις.
Η πρώτη αφορά τη μετάβαση από την αντιμετώπιση μεμονωμένων περιστατικών στην κατανόηση των αλυσιδωτών επιπτώσεων και στη συντονισμένη διαχείριση κρίσεων. Η ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες, οι μεταφορές και οι κρατικές υπηρεσίες είναι αλληλένδετες, με αποτέλεσμα ένα πλήγμα σε έναν κρίκο να μπορεί να διαδοθεί «σαν ντόμινο» σε ολόκληρη την αλυσίδα. Για τον λόγο αυτό, απαιτούνται συνολική χαρτογράφηση των αλληλεξαρτήσεων μεταξύ των κρίσιμων υποδομών, οριζόντιος συντονισμός και κοινή εικόνα της κατάστασης, ώστε να είναι δυνατή η διαχείριση πολλαπλών, ταυτόχρονων και αλληλοενισχυόμενων κρίσεων.
Η δεύτερη μετατόπιση διευρύνει την έννοια της προστασίας, από τους θεσμούς και τις υποδομές στην καθημερινή ζωή των πολιτών. Ο αντίπαλος δεν στοχεύει μόνο κτίρια ή συστήματα, αλλά και την εμπιστοσύνη του πολίτη. Η εμπιστοσύνη αυτή κλονίζεται όταν οι πολίτες στερούνται την καθημερινή πρόσβαση σε ενέργεια, τρόφιμα, επικοινωνίες, ενημέρωση και βασικές υπηρεσίες.
Η τρίτη μετατόπιση αφορά τη μετάβαση από την προσπάθεια πρόβλεψης του επόμενου χτυπήματος, βάσει των δεδομένων του παρελθόντος, στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας και της ετοιμότητας. Ζητούμενο είναι οι θεσμοί, οι υποδομές και η κοινωνία να μπορούν να ανταποκρίνονται, να προσαρμόζονται και να ανακάμπτουν όταν προκύπτει το απρόβλεπτο, δηλαδή «κάτι που δεν έχει παρουσιαστεί ποτέ ξανά», όπως υπογράμμισε.
Για να μεταφραστούν οι παραπάνω στρατηγικές κατευθύνσεις σε συγκεκριμένες δράσεις, ο κ. Ταραντίλης πρότεινε: α) τη μακροπρόθεσμη στρατηγική σκέψη, με στόχο την έγκαιρη αναγνώριση τάσεων και τεχνολογικών τομών, καθώς και τον εντοπισμό ευπαθειών πριν εξελιχθούν σε κρίσεις β) την κυβερνοθωράκιση για την προστασία των ψηφιακών δικτύων, των δεδομένων και των κρίσιμων υποδομών τουκράτους γ) την επιστημονική διαχείριση κρίσεων στο πεδίο, η οποία ενισχύει την ανθεκτικότητα των φυσικών υποδομών και την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών πρώτης γραμμής όταν η πίεση κορυφώνεται.
Οι προκλήσεις αυτές βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης που ακολούθησε, την οποία συντόνισε ο κ. Ταραντίλης, με τη συμμετοχή του Ιωάννη Μαστρογεωργίου, Ειδικού Γραμματέα Μακροπρόθεσμου Σχεδιασμού, του Δημήτρη Ζαμπακόλα, Υποδιοικητή της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας, και του Γεωργίου-Μάριου Καραγιάννη, Διευθυντή του Κέντρου Έρευνας Φυσικών Καταστροφών και Διαχείρισης Κρίσεων της Ακαδημίας Αθηνών.
Η συζήτηση ανέδειξε τα χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν μια «τυπική» κυβερνοεπίθεση από μια ολοκληρωμένη υβριδική επιχείρηση, καθώς και την ανάγκη για επιχειρησιακά πρωτόκολλα έκτακτης ανάγκης όταν τα ψηφιακά συστήματα διαχείρισης καταρρέουν εν μέσω κρίσης. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στον ρόλο της τεχνητής νοημοσύνης και των μηχανισμών παραγωγής και διάδοσης παραπληροφόρησης στη διάβρωση της κοινωνικής εμπιστοσύνης.
Παράλληλα, εξετάστηκαν βέλτιστες πρακτικές από το αμερικανικό μοντέλο διαχείρισης καταστροφών που θα μπορούσαν να προσαρμοστούν στο ευρωπαϊκό και το ελληνικό πλαίσιο, καθώς και οι σημαντικότερες μεσοπρόθεσμες ευπάθειες που αναδεικνύονται μέσα από τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό της χώρας. Η συζήτηση κάλυψε, τέλος, την αξιοποίηση της επιστημονικής έρευνας για την ανάπτυξη πρακτικών εργαλείων λήψης αποφάσεων για τα στελέχη και τους μηχανισμούς πρώτης απόκρισης, συνδέοντας τη στρατηγική προετοιμασία με την επιχειρησιακή δράση.
Πηγή
www.real.gr

