Τις προϋποθέσεις και τα όρια μιας ενδεχόμενης νέας συνταγματικής αναθεώρησης ανέδειξε η εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών με θέμα «Προυποθέσεις της συνταγματικής αναθεώρησης» που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του ευρύτερου διαλόγου για τη λειτουργία των θεσμών και την ποιότητα της δημοκρατίας.
Στη συζήτηση πήραν μέρος οι: Νίκος Αλιβιζάτος, Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Σπύρος Βλαχόπουλος, Ξενοφών Κοντιάδης, Λίνα Παπαδοπούλου, Νίκος Παπασπύρου, Τζούλια Ηλιοπούλου- Στράγγα, Φίλιππος Σπυρόπουλος, Ευριπίδης Στυλιανίδης, Κώστας Χρυσόγονος, και ο Ευάγγελος Βενιζέλος που συντόνισε τη συζήτηση.
Κοινός παρονομαστής των παρεμβάσεων αποτέλεσε η σημασία της ενίσχυσης της εμπιστοσύνης των πολιτών στους θεσμούς, καθώς και η ανάγκη η αναθεώρηση του Συντάγματος να πραγματοποιείται με ευρεία πολιτική συναίνεση και μακροπρόθεσμο θεσμικό σχεδιασμό.
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ανοίγοντας τη συζήτηση, αναφέρθηκε στην ιστορική πορεία του ελληνικού συνταγματισμού μετά τη Μεταπολίτευση, επισημαίνοντας ότι το Σύνταγμα αποτέλεσε βασικό θεσμικό εγγυητή της δημοκρατικής ομαλότητας. Όπως ανέφερε, η αναθεώρηση του Συντάγματος πρέπει να προσεγγίζεται με θεσμική αυτοσυγκράτηση και με στόχο τη διατήρηση της συνταγματικής συνέχειας, υπογραμμίζοντας ότι οι αλλαγές στο συνταγματικό πλαίσιο απαιτούν ευρεία πολιτική συναίνεση και στρατηγικό σχεδιασμό με ορίζοντα το μέλλον της δημοκρατίας.
Ο Ευριπίδης Στυλιανίδης, εισηγητής της πλειοψηφίας για την αναθεώρηση του Συντάγματος, αναφέρθηκε ιδιαίτερα στην ανθεκτικότητα της ελληνικής συνταγματικής τάξης, επισημαίνοντας ότι αυτή δοκιμάστηκε, τόσο κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, όσο και στη διάρκεια της πανδημίας. Όπως είπε χαρακτηριστικά, τα έκτακτα καθεστώτα που εφαρμόστηκαν λειτούργησαν χωρίς να διαταραχθεί ο βασικός θεσμικός πυρήνας. Τόνισε, παράλληλα, την ανάγκη μιας αναθεωρητικής πρωτοβουλίας που θα επιτυγχάνει την προσαρμογή του Συντάγματος στις διεθνείς και ευρωπαϊκές εξελίξεις, διατηρώντας ταυτόχρονα τον αξιακό του χαρακτήρα.
Στο ζήτημα της κοινωνικής εμπιστοσύνης στους θεσμούς αναφέρθηκε ο Νίκος Αλιβιζάτος, σημειώνοντας ότι τα πρόσφατα δημοσκοπικά δεδομένα δείχνουν αυξημένη αποχή και ενίσχυση πολιτικών σχηματισμών που αυτοπροσδιορίζονται ως αντισυστημικοί. Εκτίμησε πως η δυσπιστία των πολιτών συνδέεται με την αίσθηση ότι οι πολιτικοί δεν λογοδοτούν επαρκώς και ότι η κυβερνώσα πλειοψηφία ασκεί υπέρμετρο έλεγχο στους θεσμούς.
Ανάλογη ήταν και η προβληματική την οποία ανέπτυξε ο Φίλιππος Σπυρόπουλος, ο οποίος υποστήριξε πως το ισχύον πλαίσιο για την ευθύνη υπουργών, συντελεί στην δυσπιστία απέναντι σε βασικούς θεσμούς, και έθεσε ζήτημα αλλαγών στον τρόπο ανάδειξης της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων.
Στο άρθρο 16 αναφέρθηκε ο Σπύρος Βλαχόπουλος και τάχθηκε υπέρ της αναθεώρησής του, υποστηρίζοντας πως παρά τις νομοθετικές αλλαγές, το ουσιαστικό συνταγματικό ερώτημα παραμένει, και αφορά το αν ένας ιδιώτης μπορεί στην Ελλάδα να ιδρύσει αυτοτελώς πανεπιστήμιο καθώς και ποιες συνταγματικές εγγυήσεις θα πρέπει να υπάρχουν, ώστε να διασφαλίζεται ισότιμη λειτουργία δημόσιων και μη κρατικών ιδρυμάτων.
Από την πλευρά της, η Λίνα Παπαδοπούλου στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία του εθνικού Συντάγματος σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης επιρροής του ενωσιακού δικαίου, υπογραμμίζοντας ότι εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό θεσμικό μηχανισμό ρύθμισης ζητημάτων κρατικής οργάνωσης και προστασίας δικαιωμάτων. Παράλληλα, επεσήμανε ότι η διαδικασία αναθεώρησης εμφανίζει στοιχεία δυσκαμψίας και ζήτησε αναζήτηση τρόπων που θα επιτρέπουν την αποτελεσματικότερη προσαρμογή του Συντάγματος στις σύγχρονες εξελίξεις.
Ο Ξενοφών Κοντιάδης επικεντρώθηκε στην πολιτική διάσταση της αναθεωρητικής διαδικασίας, ασκώντας κριτική στον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκαν προηγούμενες συνταγματικές αναθεωρήσεις. Τόνισε ότι οι συνταγματικές αλλαγές απαιτούν ευρύτερες πλειοψηφίες και ουσιαστικότερη συναίνεση, υποστηρίζοντας ότι η αποτελεσματικότητα της αναθεώρησης συνδέεται, όχι μόνο με το θεσμικό πλαίσιο, αλλά και με τον βαθμό τήρησης των συνταγματικών διατάξεων στην πράξη.
Ο Νίκος Παπασπύρου ανέλυσε τα όρια της αναθεωρητικής εξουσίας, εστιάζοντας στη διάκριση μεταξύ της προτείνουσας και της αναθεωρητικής Βουλής. Όπως ανέφερε, η προτείνουσα Βουλή μπορεί να καθορίζει το αντικείμενο της αναθεώρησης, χωρίς όμως να δεσμεύει τον τρόπο με τον οποίο θα διαμορφωθεί το τελικό περιεχόμενο των συνταγματικών διατάξεων.
Από την πλευρά του, ο Κώστας Χρυσόγονος υπογράμμισε ότι η αναθεωρητική αρμοδιότητα δεν είναι μεταβιβάσιμη σε μεταγενέστερη Βουλή. Αναφερόμενος στην δημοσιονομική κρίση υποστήριξε πως κατά την κρίση χρέους εφαρμόστηκαν πολιτικές και μέτρα που, κινήθηκαν στα όρια ή και πέρα από τις συνταγματικές εγγυήσεις, περιόρισαν κοινωνικά και ατομικά δικαιώματα και αποδυνάμωσαν την ουσιαστική κοινοβουλευτική λειτουργία.
Στην τοποθέτησή της, η Τζούλια Ηλιοπούλου-Στράγγα επεσήμανε ότι η ανάγκη σταθερότητας πρέπει να συνδυάζεται με τη δυνατότητα προσαρμογής του Συντάγματος στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Όπως σημείωσε, η διαδικασία αναθεώρησης δεν περιλαμβάνεται στις διατάξεις που θεωρούνται μη αναθεωρήσιμες και συνεπώς μπορεί να τροποποιηθεί, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγεται η βασική μορφή του πολιτεύματος ως Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας.
Τέλος, ο Χαράλαμπος Ανθόπουλος Χαράλαμπος επικεντρώθηκε κυρίως στη σχέση της συνταγματικής αναθεώρησης με τη λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος και τα όρια της αναθεωρητικής διαδικασίας. Όπως ανέφερε, η επιτυχία μιας αναθεώρησης δεν εξαρτάται μόνο από το περιεχόμενο των διατάξεων, αλλά και από τις πολιτικές συνθήκες μέσα στις οποίες πραγματοποιείται. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη σταθερότητα της κοινοβουλευτικής περιόδου, επισημαίνοντας ότι η πρόωρη λήξη της Βουλής ενδέχεται να ακυρώσει στην πράξη τη διαδικασία αναθεώρησης.
Πηγή
www.real.gr
