Η επανεμφάνιση της επιθετικής ρητορικής της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας δεν αποτελεί παρέκκλιση από μια «γραμμική πορεία εξομάλυνσης», αλλά επιστροφή στην κανονικότητα της γεωπολιτικής λογικής που διέπει τη συμπεριφορά της Αγκυρας εδώ και δεκαετίες.
Η περίοδος σχετικής ηρεμίας που ακολούθησε τους σεισμούς και τις διπλωματικές επαφές του 2023-2024 λειτούργησε περισσότερο ως τακτική παύση παρά ως στρατηγική μετατόπιση. Το 2026 προδιαγράφεται έτσι ως έτος επαναφοράς των δομικών ανταγωνισμών στο προσκήνιο.
Η τουρκική ρητορική δεν κλιμακώνεται εν κενώ. Εντάσσεται σε ένα ευρύτερο περιβάλλον γεωπολιτικής ρευστότητας: τον πόλεμο στην Ουκρανία, την αβεβαιότητα για τη συνοχή του ΝΑΤΟ, την προσπάθεια της Ευρωπαϊκής Ενωσης να αποκτήσει στρατηγική αυτονομία και τη σταδιακή μετατόπιση του αμερικανικού ενδιαφέροντος προς την Ασία. Σε αυτό το πλαίσιο, η Αγκυρα επιχειρεί να επαναβεβαιώσει τον ρόλο της ως αναγκαίου και αναντικατάστατου περιφερειακού παίκτη, ακόμη και αν αυτό συνεπάγεται ελεγχόμενη ένταση με έναν γείτονα-μέλος της Ε.Ε.
Κεντρικό γεωπολιτικό εργαλείο παραμένει το Αιγαίο. Οι υπερπτήσεις, οι ναυτικές δεσμεύσεις περιοχών και η αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας δεν στοχεύουν σε άμεση στρατιωτική σύγκρουση, αλλά στη διατήρηση μιας μόνιμης γκρίζας ζώνης. Μιας κατάστασης όπου τίποτε δεν θεωρείται πλήρως κατοχυρωμένο και όπου κάθε μελλοντική διαπραγμάτευση ξεκινά από το χαμηλότερο δυνατό σημείο για την ελληνική πλευρά. Στα μάτια της Αγκυρας, η ένταση λειτουργεί ως μέσο αποτροπής της εδραίωσης τετελεσμένων υπέρ της Ελλάδας.
Παράλληλα, η ανατολική Μεσόγειος προσδίδει στην αντιπαράθεση ενεργειακή και στρατηγική διάσταση. Οι τριμερείς και πολυμερείς συνεργασίες της Ελλάδας με την Κύπρο, το Ισραήλ και την Αίγυπτο συγκροτούν ένα πλέγμα σταθερότητας που περιορίζει την τουρκική ελευθερία κινήσεων. Η Αγκυρα αντιλαμβάνεται αυτές τις συνεργασίες όχι απλώς ως διπλωματικές συμμαχίες, αλλά ως γεωπολιτικό αποκλεισμό από την αρχιτεκτονική ασφάλειας και ενέργειας της περιοχής. Η επιθετική ρητορική λειτουργεί ως μήνυμα ότι καμία περιφερειακή εξίσωση δεν μπορεί να είναι βιώσιμη χωρίς την τουρκική συμμετοχή.
Το 2026, λοιπόν, η Τουρκία ενδέχεται να υιοθετήσει μια στρατηγική «ελεγχόμενης όξυνσης». Οχι γενικευμένη κρίση, αλλά συνεχή μικρά επεισόδια, δηλωτικές κινήσεις και θεσμικές αμφισβητήσεις. Στόχος δεν είναι η ρήξη, αλλά η υπενθύμιση ισχύος: προς την Ελλάδα, προς τις Βρυξέλλες, αλλά και προς το εσωτερικό ακροατήριο, όπου η εξωτερική πολιτική παραμένει βασικό στοιχείο νομιμοποίησης.
Η Ελλάδα, από την πλευρά της, εισέρχεται στη νέα χρονιά με σαφώς ενισχυμένο γεωπολιτικό κεφάλαιο. Η συμμετοχή της στους ευρωπαϊκούς αμυντικούς σχεδιασμούς, οι στρατηγικές σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γαλλία, καθώς και ο ρόλος της ως πυλώνα σταθερότητας στα Βαλκάνια και στην ανατολική Μεσόγειο τής επιτρέπουν να απαντά στην τουρκική πίεση χωρίς σπασμωδικές κινήσεις. Το κρίσιμο ζητούμενο, όμως, δεν είναι η απλή αποτροπή, αλλά η μετατροπή της γεωπολιτικής ισχύος σε θεσμικό πλεονέκτημα.
Σε αυτό το σημείο, το δίλημμα του 2026 γίνεται σαφές: είτε η ελληνοτουρκική σχέση θα κινηθεί σε μια τροχιά διαρκούς χαμηλής έντασης, όπου η Τουρκία θα διατηρεί την πίεση ως διαπραγματευτικό απόθεμα, είτε θα επιχειρηθεί μια πιο ουσιαστική επανατοποθέτηση με αντάλλαγμα την ευρωπαϊκή και την αμυντική ενσωμάτωσή της. Το δεύτερο σενάριο προϋποθέτει ότι η Αγκυρα θα αποδεχθεί, έστω και σιωπηρά, τα όρια που θέτει το διεθνές σύστημα κανόνων. Δυστυχώς δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτή η επιλογή είναι πιθανή.
Ρεαλιστικά, το πιθανότερο είναι ότι το 2026 θα επιβεβαιώσει μια γνώριμη γεωπολιτική συνθήκη: ούτε πόλεμος ούτε ειρήνη, αλλά ένας διαρκής ανταγωνισμός χαμηλής έντασης. Για την Ελλάδα, η πρόκληση δεν είναι να «κερδίσει» τη ρητορική σύγκρουση, αλλά να διασφαλίσει ότι κάθε κύκλος έντασης τη βρίσκει πιο ισχυρή διπλωματικά, στρατιωτικά και θεσμικά. Διότι στη γεωπολιτική, η σταθερότητα δεν χαρίζεται, αλλά κατακτάται μέσα από την ικανότητα να αντέχεις την πίεση χωρίς να χάνεις τον στρατηγικό προσανατολισμό σου.
Πηγή
www.real.gr
