Νέο μέτωπο ανοίγει στο Ισραήλ μετά τις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου, καθώς το κόμμα Λικούντ του Μπενιαμίν Νετανιάχου καταγγέλλει εμπλοκή παραγόντων από την Τουρκία και το Κατάρ σε χρηματοδότηση οργανώσεων, με στόχο την ενίσχυση της αραβικής συμμετοχής στις εκλογές.
Οι καταγγελίες έρχονται ενώ το αποτέλεσμα παραμένει χωρίς ξεκάθαρο νικητή και κανένα από τα δύο βασικά πολιτικά μπλοκ δεν διαθέτει τις έδρες που απαιτούνται για τον σχηματισμό αυτοδύναμης κυβέρνησης.
Όπως μετέδωσε η ΕΡΤ, ο πρόεδρος της Κεντρικής Εκλογικής Επιτροπής ζήτησε να διερευνηθούν οι σχετικές υποψίες, με τα ευρήματα να αναμένονται εντός μίας εβδομάδας. Ωστόσο, όπως επισημαίνεται, μέχρι στιγμής δεν υπάρχει επιβεβαίωση των καταγγελιών.
Παράλληλα, τέσσερις νέες συλλήψεις προστίθενται σε πέντε προηγούμενες στην περιοχή των Βεδουίνων, οι οποίες επίσης διερευνώνται. Η αστυνομία, πάντως, φέρεται να αναφέρει ότι δεν διαθέτει μέχρι στιγμής στοιχεία που να αποδεικνύουν τις κατηγορίες περί εκτεταμένης εκλογικής νοθείας.
Οι καταγγελίες και το πολιτικό διακύβευμα
Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς τα αραβικά κόμματα καταγράφουν σημαντική εκλογική ενίσχυση, εξασφαλίζοντας συνολικά περίπου 19 έδρες στην Κνεσέτ, σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα. Το μπλοκ του Νετανιάχου κινείται στις 53 έδρες, ενώ τα κόμματα της αντιπολίτευσης στις 48, με την κατανομή να παραμένει υπό την αίρεση της ολοκλήρωσης της καταμέτρησης.
Η εξέλιξη επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της συνεργασίας με τα αραβικά κόμματα για τον σχηματισμό κυβέρνησης. Το Λικούντ υποστηρίζει ότι οι καταγγελίες εγείρουν ερωτήματα για τη νομιμότητα μιας τέτοιας συνεργασίας, ενώ από την άλλη πλευρά εκφράζονται ανησυχίες ότι η υπόθεση μπορεί να αξιοποιηθεί για τον πολιτικό αποκλεισμό των αραβικών κομμάτων.
Ο ακροδεξιός υπουργός Εθνικής Ασφάλειας, Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ, προχώρησε ακόμη περισσότερο, καλώντας το Ισραήλ να διατάξει «αμέσως» τη σύλληψη των ηγετών των αραβικών κομμάτων.
Η εξέλιξη σημειώνεται ενώ η καταμέτρηση των ψήφων από τις εκλογές της Τρίτης πλησιάζει στην ολοκλήρωσή της, χωρίς κανένα από τα δύο βασικά πολιτικά στρατόπεδα να εξασφαλίζει την απαιτούμενη πλειοψηφία στην Κνεσέτ, την ισραηλινή Βουλή.
Οι αραβικές παρατάξεις στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης
Με καταμετρημένο σχεδόν το 93% των ψήφων, το μπλοκ του Νετανιάχου συγκέντρωνε 53 έδρες, ενώ οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης υπό τον πρώην αρχηγό του ισραηλινού στρατού, Γκάντι Άιζενκοτ, έφταναν τις 48. Και τα δύο στρατόπεδα υπολείπονται των 61 εδρών που απαιτούνται για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Τα δύο βασικά αραβικά πολιτικά σχήματα οδεύουν προς ένα πρωτοφανές αποτέλεσμα, με συνολικά 19 έδρες, γεγονός που τους δίνει καθοριστικό ρόλο στις μετεκλογικές διεργασίες.
Η αντιπολίτευση θα μπορούσε να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία με τη στήριξη των αραβικών κομμάτων. Ωστόσο, ο Άιζενκοτ εμφανίζεται επιφυλακτικός, καθώς ο Νετανιάχου έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει τους δεξιούς Εβραίους ψηφοφόρους ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να οδηγήσει τους Άραβες σε θέση εξουσίας.
Ο Γιούσεφ Τζαμπαρέν, επικεφαλής της αριστερής Κοινής Λίστας, δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ότι είναι διατεθειμένος να συνεργαστεί με την αντιπολίτευση για την απομάκρυνση του Νετανιάχου, χωρίς ωστόσο το κόμμα του να συμμετάσχει στην κυβέρνηση.
Όπως ανέφερε, προτεραιότητα είναι να τερματιστεί η «αιματοβαμμένη κυβέρνηση Νετανιάχου», επισημαίνοντας παράλληλα τις σημαντικές πολιτικές διαφορές με τον Άιζενκοτ, ο οποίος έχει στηρίξει σε μεγάλο βαθμό τη στρατιωτική εκστρατεία στη Γάζα.
Η έρευνα για το Κατάρ και οι καταγγελίες περί «κλοπής» των εκλογών
Ο επικεφαλής της Κεντρικής Εκλογικής Επιτροπής, δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου Νοάμ Σόλμπεργκ, ζήτησε από τη Σιν Μπετ να διερευνήσει τις καταγγελίες ότι το Ραάμ έλαβε χρήματα από το Κατάρ, το πλούσιο σε ενεργειακούς πόρους κράτος του Κόλπου που διατηρεί διαύλους επικοινωνίας με τη Χαμάς.
Το Λικούντ χαρακτήρισε την υπόθεση «πολιτικό σεισμό», υποστηρίζοντας ότι οι εκλογές έχουν «κλαπεί». Ωστόσο, κυβερνητικοί αξιωματούχοι δεν παρουσίασαν στοιχεία που να στηρίζουν τις καταγγελίες.
Η αστυνομία έχει δηλώσει ότι θα εξετάσει κάθε καταγγελία σχετικά με την ακεραιότητα της εκλογικής διαδικασίας. Σε προηγούμενη υπόθεση, τρεις ύποπτοι συνελήφθησαν για περιστατικό που συνδέθηκε με εκλογικές παρατυπίες, αλλά η Εκλογική Επιτροπή το χαρακτήρισε μεμονωμένο περιστατικό.
Οι αναφορές για πιθανή χρηματοδότηση από το Κατάρ αποκτούν ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, καθώς ο ίδιος ο Νετανιάχου έχει βρεθεί αντιμέτωπος με καταγγελίες που συνδέονται με το εμιράτο. Πέρυσι συνελήφθησαν δύο συνεργάτες του, οι οποίοι φέρονται να είχαν λάβει πληρωμές από το Κατάρ.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός είχε υποστηρίξει επί χρόνια τη χρηματοδότηση της Λωρίδας της Γάζας από το Κατάρ, όταν η περιοχή βρισκόταν υπό τη διοίκηση της Χαμάς, με στόχο, σύμφωνα με την πολιτική που ακολουθούσε, τη διατήρηση της σταθερότητας. Η στρατηγική αυτή κατέρρευσε μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023.
Ο Άιζενκοτ προειδοποιεί για πολιτική εκμετάλλευση της έρευνας
Ο Άιζενκοτ δήλωσε ότι ενημερώνεται για την εξέλιξη της υπόθεσης και δεσμεύτηκε για «τη μέγιστη δυνατή επαγρύπνηση» απέναντι σε κάθε απόπειρα παρέμβασης στις εκλογές.
Παράλληλα, προειδοποίησε ότι δεν πρέπει να επιτραπεί σε πολιτικούς παράγοντες να εκμεταλλευτούν την κατάσταση και να επηρεάσουν τον χρόνο ορκωμοσίας της 26ης Κνεσέτ.
Ο Αβιγκντόρ Λίμπερμαν, ένας από τους συμμάχους του Άιζενκοτ που κινούνται προς τη δεξιά, χαρακτήρισε τις καταγγελίες «δραματικές και πρωτοφανείς» και ζήτησε την ταχεία διερεύνησή τους.
Το ενδεχόμενο νέας σύγκρουσης με το Ιράν
Πέρα από τις μετεκλογικές διαπραγματεύσεις, ένας ακόμη παράγοντας ενδέχεται να επηρεάσει τον σχηματισμό κυβέρνησης: το ενδεχόμενο νέας στρατιωτικής επίθεσης κατά του Ιράν.
Ο Νετανιάχου έχει απειλήσει επανειλημμένα με πλήγματα κατά της Τεχεράνης, ενώ ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει αφήσει να εννοηθεί ότι είναι έτοιμος να προχωρήσει σε επίθεση μετά τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, την επόμενη Τρίτη.
Μια νέα στρατιωτική σύγκρουση θα μπορούσε να αυξήσει την πίεση προς τον Άιζενκοτ να συμμετάσχει σε κυβέρνηση εθνικής ενότητας, παρά το γεγονός ότι έχει αποκλείσει δημόσια αυτό το ενδεχόμενο. Θα μπορούσε, επίσης, να παρατείνει την πολιτική αβεβαιότητα μέχρι να ανοίξει ο δρόμος για νέες εκλογές.
Την τελική απόφαση για το πρόσωπο που θα λάβει την πρώτη εντολή σχηματισμού κυβέρνησης θα λάβει ο πρόεδρος του Ισραήλ, Ισαάκ Χέρτζογκ, μετά τη δημοσίευση των επίσημων εκλογικών αποτελεσμάτων.
Τέσσερα σενάρια για τις επόμενες 100 ημέρες
Προκήρυξη νέων εκλογών. Μετά την επίσημη ανακοίνωση των εκλογικών αποτελεσμάτων την επόμενη εβδομάδα, ο πρόεδρος τους Ισραήλ Ισαάκ Χέρτσογκ αρχίζει διαβουλεύσεις με εκπροσώπους των κομμάτων και στην συνέχεια επιλέγει τον υποψήφιο που κρίνει ότι μπορεί να είναι σε θέση να σχηματίσει κυβέρνηση.
Αν οι προσπάθειες του εντολοδόχου πρωθυπουργού αποτύχουν, η εντολή μπορεί να ανατεθεί σε δεύτερο πρόσωπο και, αν αυτό αποτύχει, η Κνεσέτ μπορεί να ορίσει ακόμη έναν εντολοδόχο. Η προθεσμία για την ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας είναι περίπου 100 ημέρες. Αν οδηγηθεί σε αδιέξοδο, προκηρύσσονται νέες εκλογές.
Ο πρόεδρος του Ισραήλ δήλωσε χθες, Τετάρτη, ότι πρέπει να γίνει ό,τι είναι δυνατόν για να αποφευχθούν νέες εκλογές και κάλεσε τα κόμματα να προσέλθουν στις διαβουλεύσεις μαζί του με ανοιχτό μυαλό.
Κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Το Λικούντ, το κόμμα του Νετανιάχου, που αναδείχθηκε το κόμμα με τον μεγαλύτερο αριθμό εδρών στην 120μελή Κνεσέτ, σχηματίζει κυβέρνηση με την συμμετοχή κεντρώων και δεξιών κομμάτων όπως το Yashar (Εντιμος) του Γκάντι Άιζενκοτ που ήρθε δεύτερο σε κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, το Israel Beiteinu (Ισραήλ το Σπί μας) του Αβίγκντορ Λίμπερμαν και την παράταξη Yesh Atid (Μαζί) του Ναφτάλι Μπένετ.
Ο υποθετικός αυτός συνασπισμός εξασφαλίζει πλειοψηφία 66 εδρών στην Κνεσέτ.
Το σενάριο φαντάζει μακρινό σε αυτήν την φάση, αφού προϋποθέτει ότι ο Νετανιάχου θα πρέπει να εγκαταλείψει τους φυσικούς του συμμάχους, την ακροδεξιά και τα υπερορθόδοξα εβραϊκά θρησκευτικά κόμματα. Προϋποθέτει επίσης ότι τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα πρέπει να υπαναχωρήσουν ως προς την βασική προεκλογική τους δέσμευση: να εκθρονίσουν τον Νετανιάχου.
Πάντως, το ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης εθνικής ενότητας θα είναι λιγότερο απίθανο αν δεν υπάρξει κυβέρνηση έπειτα από διαβουλεύσεις εβδομάδων.
Μία επανάληψη των συγκρούσεων με το Ιράν ή άλλους περιφερειακούς αντιπάλους μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα.
Κυβέρνηση μειοψηφίας υπό τον Γκάντι Άιζενκοτ. Αν ο Ισαάκ Χέρτσογκ δώσει πρώτα στον Άιζενκοτ εντολή, θα μπορούσε να προσπαθήσει να σχηματίσει κυβέρνηση με τους φυσικούς συμμάχους του Yashar (Yesh Atid, The Democrats και Israel Beiteinu) και με την υποστήριξη των δύο αραβικών κομμάτων (Ra’am και Joint List) .
Στο σενάριο αυτό τα κόμματα του συνασπισμού θα διέθεταν 48 έδρες και με τις 10 έδρες των αραβικών κομμάτων θα είχαν κοινοβουλευτική πλειοψηφία 67 εδρών.
Αλλά, ακόμη και αν ο Άιζενκοτ απαρνηθεί την προεκλογική του δέσμευση ότι δεν θα στηριχτεί σε αραβικά κόμματα για να σχηματίσει κυβέρνηση και αποδεχθεί την κοινοβουλευτική τους υποστήριξη, είναι ένα σενάριο που θα δυσαρεστούσε πολλούς Ισραηλινούς μετά τις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου.
Από όλο το πολιτικό φάσμα, μόνο το κεντροαριστερό κόμμα The Democrats έχει ζητήσει την συμμετοχή των αραβικών κομμάτων σε μελλοντική κυβέρνηση.
Και τα δύο αραβικά κόμματα έχουν δηλώσει ότι είναι έτοιμα να συνεργασθούν με το στρατόπεδο του Άιζενκοτ.
Το κόμμα Ra’am συμμετείχε στην κυβέρνηση του Ναφτάλι Μπένετ το 2021 και ήταν η πρώτη φορά που ανεξάρτητο αραβικό κόμμα εισερχόταν σε ισραηλινό κυβερνητικό συνασπισμό. Η κυβέρνηση Μπένετ κατέρρευσε 18 μήνες μετά.
Ο Νετανιάχου καταφέρνει να βρει πλειοψηφία για δεξιά-ακροδεξιά κυβέρνηση. Ο συνασπισμός του Νετανιάχου έπεσε από τις 64 έδρες στην προηγούμενη κοινοβουλευτική περίοδο στις 53 έδρες, σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα.
Αλλά, ο μόνιμος επιζών της ισραηλινής πολιτικής σκηνής έχει αποδείξει και στο πρόσφατο παρελθόν ότι μπορεί να διασπάσει την αντιπολίτευση για να διατηρηθεί στην ζωή, αποσπώντας μέλη των άλλων κομμάτων για να τα φέρει στο στρατόπεδό του.
Το έχει κάνει επανειλημμένα και πιο πρόσφατα το 2022 προεκλογικά, ως ηγέτης της αντιπολίτευσης κερδίζοντας τις εκλογές. Αλλά ο αντίπαλός του συνασπισμός το 2022 διέθετε μικρό προβάδισμα και δεν χρειαζόταν να αποσπάσει μεγάλο αριθμό αποστατών για να αποσταθεροποιήσει τους πολιτικούς του αντιπάλους.
Το Κατάρ απορρίπτει τις «επικίνδυνες» κατηγορίες για ανάμειξη στις ισραηλινές εκλογές
Το Κατάρ διέψευσε σήμερα ότι είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στις ισραηλινές εκλογές ή ότι χρηματοδότησε δραστηριότητες με στόχο την επηρεασμό των αποτελεσμάτων, απορρίπτοντας κατηγορίες οι οποίες, όπως ανέφερε, προωθούνται από ορισμένους Ισραηλινούς πολιτικούς και προσκείμενα σ’ αυτούς μέσα ενημέρωσης.
«Αρνούμαστε κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς ότι το Κατάρ παρενέβη στις ισραηλινές εκλογές ή χρηματοδότησε δραστηριότητες που στόχευαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμά τους», έγραψε ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών Μαζίντ αλ Ανσάρι στο Χ
«Κατηγορούν το Κατάρ ότι εξαγόρασε τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, την ισραηλινή αριστερά και τώρα την αραβική ψήφο», συνέχισε, καταγγέλλοντας τις κατηγορίες ως «τόσο γελοίες όσο και επικίνδυνες».
Το πλούσιο σε φυσικό αέριο εμιράτο έχει κατηγορηθεί στο παρελθόν ότι πλήρωνε συνεργάτες του πρωθυπουργού για να προωθήσουν τα συμφέροντά του στη χώρα.
«Το Κατάρ δεν πρέπει να γίνει αποδιοπομπαίος τράγος για τις πολιτικές αποτυχίες ορισμένων Ισραηλινών αξιωματούχων», δήλωσε ο αξιωματούχος του Κατάρ.
«Τίποτα από αυτά δεν θα μας αποτρέψει από τον σημαντικό μας ρόλο ως μεσολαβητές», πρόσθεσε.
Η Ντόχα έπαιξε βασικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ισραήλ και Χαμάς κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Γάζα. Ηγείται επίσης των προσπαθειών διαμεσολάβησης μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης για τον τερματισμό της σύγκρουσης που πυροδοτήθηκε στα τέλη Φεβρουαρίου από τις ισραηλινές και αμερικανικές επιθέσεις κατά του Ιράν.
Πηγή
www.real.gr
