Ο Αλέξης Τσίπρας δεν πήγε στη Θεσσαλονίκη για να παρουσιάσει απλώς ένα «καλάθι» παροχών.
Επιχείρησε να εμφανιστεί ως έτοιμος διεκδικητής της διακυβέρνησης, με ένα αφήγημα που συμπυκνώνεται σε τρεις φράσεις: περισσότερη παραγωγή, δικαιότερη διανομή, καλύτερη ζωή. Οι δεσμεύσεις του είναι ευδιάκριτες και αγγίζουν πληγές: κατώτατος μισθός 1.000 ευρώ το 2027, μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης 1.800 ευρώ στο τέλος της τετραετίας, ΦΠΑ 6% στα βασικά αγαθά, μείωση 30% στο ρεύμα, δωρεάν αστικές συγκοινωνίες, 50.000 προσιτές κατοικίες, μηδενική συμμετοχή των συνταξιούχων στα φάρμακα και φορολογική ανάσα για οικογένειες και μικρές επιχειρήσεις. Παράλληλα, η «πατριωτική εισφορά» 1% επί της καθαρής περιουσίας στο πλουσιότερο 1% του πληθυσμού δίνει καθαρό ιδεολογικό στίγμα.
Ο ίδιος υπολογίζει το μεικτό κόστος της τετραετίας σε 7,39 δισ. ευρώ και προβάλλει εξασφαλισμένο δημοσιονομικό χώρο. Η κυβέρνηση απαντά με διαφορετικό λογαριασμό. Αυτή η απόσταση δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια – είναι ο πυρήνας της πολιτικής μάχης. Το ισχυρό σημείο της ομιλίας ήταν ότι συνέδεσε την καθημερινότητα με ένα ευρύτερο παραγωγικό σχέδιο. Η ευκαιρία του βρίσκεται στην κοινωνική κόπωση από την ακρίβεια και στην αδυναμία της αντιπολίτευσης να παρουσιάσει πειστική εναλλακτική διακυβέρνηση. Η αδυναμία του, όμως, είναι ο ίδιος ο Τσίπρας: κάθε νέα υπόσχεση περνά αναγκαστικά από το φίλτρο του 2015. Και η απειλή είναι διπλή: η κυβέρνηση θα αμφισβητήσει τη χρηματοδότηση, ενώ το ΠΑΣΟΚ θα διεκδικήσει την πατρότητα πολλών προτάσεων. Αρα, η ομιλία κέρδισε το πρώτο στοίχημα: όρισε την ατζέντα. Δεν κέρδισε ακόμη το δυσκολότερο: να μετατρέψει το «ακούγεται καλό» σε «πιστεύω ότι μπορεί να το κάνει». Εκεί θα κριθεί η πραγματική επιστροφή του.
Πηγή
www.real.gr
